ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ ΤΣΙΝΤΖΙΝΩΝ

   

Εισαγωγή

Το Όνειρο

Τιμές

Πως Έρχεστε

Ιστορία του Χωριού

Τα Μονοπάτια

Χρήσιμες Συνδέσεις

Το Χωριό

Η Ιστορία Των Τσιντζίνων

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Οποιαδήποτε προσπάθεια να εντρυφήσουμε στην ιστορία των Τσιντζίνων ξεκινά από τη διαπίστωση οτι δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία, είτε -προφορική έστω- παράδοση για τις απαρχές του χωριού. Παραμένουμε αβέβαιοι πότε, απο πού και πώς ήρθαν οι πρώτοι έποικοι των Τσιντζίνων. Δεν μπορούμε να συμπεράνουμε με βεβαιότητα την ακριβή τοποθεσία των πρώτων σπιτιών του χωριού, ούτε εάν οι μακρινοί μας πρόγονοι υπήρξαν έμποροι, γεωργοί, κτηνοτρόφοι, τεχνίτες, φυγάδες ή οτιδήποτε άλλο. Για το μόνο πράγμα που μπορούμε να είμαστε σχετικά βέβαιοι είναι πως τα Τσίντζινα, που πρωτοπαρουσιάζονται ιστορικά σε ένα βυζαντινό Χρυσόβουλο του 1292 ή κατ΄ άλλους, 1295 μ.Χ. είναι ένα από τα νεότερα χωριά της περιοχής αυτής του Πάρνωνα, περιοχής η οποία αποτελούσε μέρος της ιστορικής Κυνουρίας στις παρυφές της Τσακωνιάς και συνόρευε άμεσα με τα προάστια της ιστορικής Λακεδαίμονος.

ΠΙΘΑΝΕΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ

Υπάρχουν ωστόσο δύο-τρία πιθανά σενάρια για τη γένεση του χωριού. Ένα από αυτά θα μπορούσε να είναι πως τα Τσίντζινα πρωτοδημιουργήθηκαν ως οικισμός εργατών της παρακείμενης Μονής Αγίων Αναργύρων. Οι Τσιντζινιώτικες ιδιοκτησίες στη χαράδρα του Κοκκινόβραχου σταματούν κοντά εκεί που αρχίζουν οι Μοναστηριακές. Τα παλαιά εκτεταμένα Τσιντζινιώτικα σταροχώραφα της πλαγιάς που είναι γνωστή ως «Γόγγενα», σταματούν λίγο πριν αρχίσει το δάσος της Σταματήρας, δάσος που παραδοσιακά ανήκε στη Μονή.

Πιθανότατα στην τοπογραφία της περιοχής αυτής οφείλει το χωριό και το όνομά του. Η λέξη «τσίντζινα» αποτελεί παλαιό τσακώνικο λήμμα που σημαίνει «μικρός κόμπος» σύμφωνα με το λεξικό του Θανάση Κωστάκη. Άρα η ερμηνεία του ονόματος του χωριού ως «κόμβος» ή απλά, σταυροδρόμι, είναι βάσιμη και ίσως η πιθανότερη.

Σήμερα γνωρίζουμε με περισσότερη βεβαιότητα πως το όνομα δεν είναι ξενικό, κάθε άλλο. Ωστόσο, αυτές οι θεωρίες πιθανόν να κόστισαν την ατυχή μετονομασία του χωριού σε «Πολύδροσο». Αρκετοί Τσιντζινιώτες πιστεύουν πως είναι καιρός να αποκατασταθεί αυτή η ιστορική στρέβλωση, προσβλέποντας σε μια ευνοϊκή ρύθμιση από την πολιτεία προκειμένου το χωριό να ξαναποκτήσει και επίσημα το παλαιό, ιστορικό του όνομα.

Το παλαιότερο γνωστό «μνημείο» του χωριού είναι αναμφίβολα ο σπηλαιώδης ναός του Αγίου Ιωάννου, στον οποίο οι αγιογραφίες χρονολογούνται από το 1333 ή 1335μ.Χ (προσοχή: ο εξωτερικός οχυρωματικός τοίχος κατασκευάστηκε κατά τις επιδρομές του Ιμπραήμ το 1826).

ΤΟ ΧΡΥΣΟΒΟΥΛΟ ΤΟΥ 1292 ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Όπως προείπαμε, τα Τσίντζινα, το Λεωνίδιο και αρκετά κόμη χωριά της περιοχής, απαντώνται για πρώτη φορά σε ένα βυζαντινό Χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου, το 1292 ή 1295 μ.Χ. Το Χρυσόβουλο αυτό εκδόθηκε την επαύριον της νίκης των Βυζαντινών έναντι των Φράγκων και της ανακατάληψης της Πελοποννήσου και επισημοποιεί διοικητικές αλλαγές που αντικατοπτρίζουν αυτό το πνεύμα της εποχής. Μεταξύ άλλων διοικητικών μέτρων, η Μητρόπολη ή Επισκοπή Ρέοντος και Πραστού (της οποίας δυτικό άκρο αποτελούσε η περιοχή των Τσιντζίνων), προσβεβαιώνεται στη Μητρόπολη Μονεμβασίας. Η νέα περιοχή της Μητρόπολης Μονεμβασίας αρχίζει από την Επίδαυρο Λιμηρά, βόρεια μέσω του Ζάρακα, του Κυπαρισσίου και του «Αγίου Λεωνιδίου» όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται το Λεωνίδιο, ως το Άστρος. Από το Άστρος, το όριο της Μητρόπολης στρέφεται νότια και ανατολικά,

«Επαναβάντι δε (σημ.: εννοείται υπό του Άστρους) κώμη η καλουμένη Καστάνιτζα, μετά δε ταύτην απέρχεται και εις ετέραν κώμην λεγόμενα Τζίντζινα, είτα εις τον ναόν των Αγίνων Αναργύρων…» (απόσπασμα όπως δημοσιεύτηκε σε άρθρο του Φ. Κουκουλέ στο Λεύκωμα του Τζειμσταουν 1924).

Έτσι πρωτοακούμε ιστορικά για τα Τσίντζινα. Πρέπει να σημειώσουμε ότι μετά το Χρυσόβουλο αυτό, η Επισκοπή Ρέοντος και Πραστού, όπου πολλοί Τσιντζινιώτες υπηρέτησαν ως υψηλόβαθμοι κληρικοί και Μητροπολίτες, διατηρήθηκε ως Επισκοπή της Μητρόπολης Μονεμβασίας ως την ανακύρηξη της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος το 1850. Διαλύθηκε νομοκανονικώς το 1852, με τη νέα χάρτα Μητροπόλεων και Μητροπολιτών. Όπως γνωρίζουμε από αφηγήσεις παλαιότερων, η θερινή έδρα της Επισκοπής Ρέοντος και Πραστού ήταν τα Τσίντζινα.

Συνεχίζοντας, ο Κουκουλές μας πληροφορεί πως ξανασυναντάμε τα Τσίντζινα σε Αργυρόβουλο του Θεόδωρου Β΄Παλαιολόγου, προτελευταίου Βυζαντινού Αυτοκράτορα, το οποίο πρέπει να έχει εκδοθεί μεταξύ του 1407 και του 1443. Εκεί, ο Αυτοκράτορας παραχωρεί ατέλεια και προνόμια στους κατοίκους της Μονεμβασίας,

«χωρίς μόνον των εποίκων της περιοχής των Βατίκων, και της Τσακωνίας, των Μολάων του Εσωπού και του Έλους, του Ιερακίου, των Απιδέων, του Σεραφώνος, των Τζιντζίνων, του Ρέοντος, του Πραστού, της Καστάνιτζας και του Αγίου Λεωνίδου»

Από το Αργυρόβουλο αυτό βεβαιωνόμαστε ότι τουλάχιστον στις αρχές του 15ου αιώνα, τα Τσίντζινα ήταν ένα αρκετά αξιόλογο και κατοικημένο χωριό [το Χρυσόβουλο του 1292 δεν αναφέρεται σε κατοίκους αλλά σε περιοχές].

Λίγο μετά το Αργυρόβουλο αυτό αρχίζουν τα χρόνια της τουρκοκρατίας. Ακόμη 300 χρόνια θα περάσουν πριν βρούμε την επόμενη γραπτή πηγή για τα Τσίντζινα. Στο μεσοδιάστημα ωστόσο, φέρεται ότι αγιογραφήθηκε ο ιερός ναός του Αγίου Βλασίου, ο οποίος πιθανότατα να απετέλεσε την ενορία, ή μια απο τις ενορίες των Τσιντζινιωτών. Στο υπέρθυρό του (όπως τη μεταφέρει ο καθηγητής Ν. Χανιώτης στο Λεύκωμα του Τζέιμσταουν 1949), διαβάζουμε ημικατεστραμμένη την παρακάτω επιγραφή:

«Ανιστορήθη ο θείος και πάνσεπτος ναός ούτος του αγίου ιερομάρτυρος Βλάσίου δια συνδρομής και εξόδου τινος εν γράμμαστιν ου λέγω. Θεός γαρ οίδεν ο ερευνών καρδίας Αρχιερατεύοντος του θεοφιλεστάτου επισκόπου Κυρου… Μόσχου εκ Ναυπλίας έτους ΑΧΚΙ»  (σημ: 1621).

Ωστόσο καθώς η επιγραφή αφορά την αγιογράφηση και όχι την ανέγερση του ναού (μάλιστα η αγιογράφηση φαίνεται από τα παραπάνω να υπήρξε δυρεά συγκεκριμένου ή συγκεκριμένων ατόμων), δεν μπορούμε να συμπεράνουμε με ακρίβεια την ηλικία του ναού αυτού. Θα μπορούσε να είναι και αρκετά προγενέστερος.

Από τους κώδικες της Ιεράς Μονής Αγίων Τεσσαράκοντα βρίσκουμε μια ακόμη αναφορά σε μοναχό από τα Τσίντζινα: Στις 8 Ιουλίου 1753 εχειροτονήθη ο διάκων Νεκτάριος, υιός του Γεωργίου Χλομού εκ της χώρας Τζιτζύνου. Ο π. Νεκτάριος έγινε αργότερα και ηγούμενος της Mονής, όπως διαβάζουμε στην επικήδειο αναφορά του στις 22 Δεκεμβρίου 1784.

Πιθανό η συρροή αυτή πληθυσμού στα τσίντζινα να οφείλετο στην έναρξη της λεγόμενης «δεύτερης τουρκοκρατίας» μετά το 1715, δηλαδή της ανακατάληψης από τους Τούρκους της Νότιας και Ανατολικής Πελοποννήσου από τους Βενετούς που την είχαν καταλάβει το περί το 1688. Πιθανό όμως οι νέες οικογένειες αυτές να αποτελούσαν απλά «οικονομικούς μετανάστες», καθώς το χωριό φαίνεται να είχε ήδη αποκτήσει αξιόλογη οικονομική επιφάνεια. Λίγο μετά το τέλος του 17ου αιώνα, συγκεκριμένα το 1806, πέρασε από την περιοχή ο Άγγλος περιηγητής William Martin Leake. Στη διέλευσή του από τα Τσίντζινα, αναφέρθηκε πρόσφατα σε άρθρο του στην εφημερίδα ΤΑ ΤΣΙΝΤΖΙΝΑ και ο Χρυσαφίτης εκπαιδευτικός κ. Γιάννης Λαμπρινάκος. Ο Leake μας δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την τότε οικονομική ευρωστία του χωριού. Επίσης μας δίνει και την πρώτη γραπτή μαρτυρία ότι οι Τσιντζινιώτες, ίσως και λόγω του προαναφερθέντος υπερπληθυσμού κατά τον 18ο αιώνα, είχαν ήδη αρχίσει να αναζητούν «αποικίες» στα καμποχώρια, κάτι που οδήγησε στη γένεση της Ζούπενας και λίγο αργότερα της Γκοριτσάς, ενώ υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι η Τσιντζινιώτικη διασπορά εξαπλώθηκε σε μεγαλύτερη έκταση της Νότιας Λακωνίας, ιδιαίτερα στα περίχωρα του Έλους. Ας δούμε ένα μικρό απόσπασμα από τις αναφορές του Leake στα Τσίντζινα:

«… αφήνοντας δεξιά το δρόμο για τα Βέρροια (σ.σ. ο Leake ερχόταν σχεδόν στα ίχνη του σημερινού δρόμου από τη Βαμβακού) και διασχίζοντας μια-δυό άγονες ράχες, κατερχόμαστε σε μια στενή κοιλάδα που στην κορυφή της βρίσκονται τα Τσίντζινα, κάτω από μια βραχώδη κορυφή του Μαλεβού…. Οι πλαγιές των λόφων γύρω και κάτω από το χωριό είναι γεμάτες από αμπελώνες και στενές πεζούλες… Τα Τσίντζινα κατοικούνται από 80 οικογένειες που κατέχουν σημαντική έκταση γης όπου καλλιεργούνται δημητριακά, στάρι, κριθάρι σίκαλη, και αμπελώνες. Κατέχουν επίσης γη και καλύβια κοντά στη Σπάρτη και πολλά κοπάδια που αυτή την εποχή (σημ: 22 Μαρτίου) βόσκουν στα πεδινά, ειδικότερα στην κοιλάδα του Έλους. Από το γάλα αυτών των κοπαδιών φτιάχνουν τυρί και διεξάγουν σημαντικό εμπόριο με αυτό το προϊόν. Στη Μπαρδούνια και στη Βορειοανατολική Μάνη κόβουν ξυλεία και μαδέρια από τις δρυς και τις λεύκες του Ταυγέτου…» [William M. Leake, Travels in the Morea]

Ήδη λοιπόν από τον 18ο αιώνα, οι Τσιντζινιώτες είχαν αναπτύξει σημαντικό εμπόριο τυροκομικών, σταφυλών & οίνων, επίσης και ξυλείας. Κατ΄ ακρίβεια, γνωρίζουμε σήμερα ότι η βιοτεχνία επεξεργασίας κτηνοτροφικών προϊόντων και προϊόντων ξυλείας ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη. Η επεξεργασία των δερμάτων γινόταν κατά μήκος του ρέματος (η τέχνη αυτή απαιτεί επάρκεια νερού). Παράλληλα, η κλωστοϋφαντουργία, τόσο με πρώτη ύλη το μαλλί, όσο και το λινό και βαμβάκι γνώριζε άνθηση. Τα τσιντζινιώτικα υφαντά και ενδύματα θεωρούνταν περιζήτητα και πουλιόντουσαν στα πανυγήρια της Τεγέας και του Μιστρά, ίσως και αρκετά μακρύτερα.

Λίγους μήνες μετά την επίσκεψη του Leake (1806), χτίζεται η σημερινή κεντρική εκκλησία του χωριού, ο Ναός της Κοιμήσεως. Χτίστηκε με έξοδα των Τσιντζινιωτών, υπό την επιστασία του Τσιντζινιώτη Επισκόπου Ρέοντος και Πραστού, Ιακώβου. Κατά την παράδοση, ο Μπέης του Μιστρά έδωσε την άδεια για το κτίσιμο, υπό την προϋπόθεση ο ναός να τελειώσει μέσα σε 40 ημέρες. Οι Τσιντζινιώτες δούλεψαν νυχθημερόν και η αναθηματική πλάκα που υπάρχει στη νότια έξοδο του ναού με ημερομηνία 1η Μαίου 1806 μας πληροφορεί τα εξής:

«Ο περικαλής και θείος ναός τουτος ανεκαινίσθη και γέγονε τοιούτος δια συνδρομής πάντων των εντοπίων κόπου και μόχθου εξόδων τε παντοίων ηγεμονική εγγράφω τε αδεία του τοθ΄ υπατεύοντος προστάξει θεία αρχιερατεύοντος χάριτι θεία Ιακώβου Ρέοντος Θεού προνοία όστις υπάρχων αυτόχθων του χωρίου εσχημάτισε τα μέτρα του κτιρίου επιστατήσας απ΄ αρχής μέχρι τέλους λόγοις έργοις χρήμασι αλλ ού του τέλους»

Στη διαθήκη του παραπάνω Επισκόπου το 1812, βρίσκουμε και την πρώτη γραπτή μαρτυρία για την Ιερά Μονή του Κελλιού (Γενεσίου της Θεοτόκου) η οποία βρισκόταν στο ΒΔ άκρο του χωριού. Ο Ν. Χανιώτης ο οποίος δημοσίευσε την αναφορά στη διαθήκη του Επισκόπου στο λεύκωμα Τζέημσταουν 1949, πιστεύει ότι η Μονή αυτή κτίσθηκε μάλλον κατά τον τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας. Γνωρίζουμε ωστόσο ότι είχε διαλυθεί κατά τη δεκαετία 1840, οπότε και η Ελληνική Πολιτεία παραχωρεί με έγγραφό της έδαφική έκταση που της ανήκε στο κέντρο του χωριού, για να χτιστεί εκεί σχολείο για τα Τσιντζινιωτόπουλα.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΤΣΙΝΤΖΙΝΙΩΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Δε γνωρίζουμε με βεβαιότητα πότε ακριβώς μπήκαν οι Τσιντζινιώτες στον ένοπλο αγώνα του 1821. Δύο έγγραφα ωστόσο του Οκτωβρίου 1822 μαρτυρούν ότι πιθανόν να μην ήταν από τους πρώτους, καθώς φέρεται να βρισκόντουσαν σε διχόνοια με ορισμένους από τους γείτονές τους

Η συνεισφορά των Τσιντζινιωτών στην επανάσταση αποτελεί ακόμη αντικείμενο μελέτης και οι πληροφορίες είναι σχετικά περιορισμένες. Γνωρίζουμε από άλλο έγγραφο του Αρχείου Γιατράκου ότι υπό τον Ν. Γεράσιμο, ο οποίος ανεγνωρίσθη αξιωματικός Στ΄ τάξεως και προήχθη το 1823 σε υποχιλίαρχο, οι Τσιντζινιώτες πολέμησαν υπό τον Γιατράκο και Πέτρο Βαρβιτσιώτη σε αρκετές μάχες, μεταξύ αυτών και στις παρακάτω, όπως μας πληροφορεί το προαναφερθέν έγγραφο:

«Καλογεροβούνι, Καρμουτού, Βαλτέτσι, Δολιανά, Ρίζες, Μπαρτζά, Αχούρια, Τρία Κορφάς, Αγιος Σώστης (σημ: Δερβενάκια), εις την Άλωσιν της Τριπόλεως, σε Πάτραν εις το Φρούριον του Άργους, Σούλι (σημ: Κορίνθου), Στεφάνι, Δερβενάκι, εις την πολιορκίαν Κορώνης, Καλαμάτα, Άκωβον, Αλμυρόν, Τρίκορφον, Στενόν, (δυσανάγνωστο) και Τριπολιτζάν»

Το έτος 1844, περίπου σαρανταπέντε Τσιντζινιώτες τιμούνται με Σιδηρούν Αριστείο για τη συνεισφορά τους στην Επανάσταση. Στη λίστα αυτή διαβάζουμε ονόματα από όλες σχεδόν τις οικογένειες του χωριού.

Ως φαίνεται, οι λιγοστοί Τούρκοι και άλλοι μουσουλμάνοι της περιοχής αποχώρησαν ήδη από το 1821. Όπως αναφέρει προφορική παράδοση, ένας από αυτούς, φεύγοντας για να κλειστεί στην Τριπολιτσά άφησε πίσω του στον Τσιντζινιώτη προεστό Νικόλαο Κουμουντζή την μικρή του κόρη να την προστατεύει, καθώς λόγω της βρεφικης της ηλικίας ήταν ανήμπορη να αντέξει το ταξίδι για την Τρίπολη. Ο πατέρας της μικρής ουδέποτε επέστρεψε και ο Νικόλαος Κουμουντζής ανέθρεψε το παιδάκι σαν δικό του, το βάφτισε και εν συνεχεία το καλοπάντρεψε στο χωριό.

Η μοναδική φορά που Τούρκοι και μουσουλμάνοι επέστρεψαν στο χωριό κατά τη διάρκεια του αγώνα του 1821-29 ήταν κατά τις καταστροφικές επιδρομές του Ιμπραήμ. Ωστόσο οι πηγές είναι συγκεχυμένες ως προς τα ακριβή γεγονότα, ειδικότερα με το εαν καν πέρασε από την περιοχή το κύριο σώμα του στρατού του Ιμπραήμ κατά το 1825 ή όχι.

Όπως διαβάζουμε στο βιβλίο του κ. Κουφού για τα Βέρροια (σελ. 100-101), ο Ιμπραήμ αποβίβασε τις πρώτες του δυνάμεις στη Μεθώνη στις 11 & 12 Φεβρουαρίου 1825. Στις 11 Ιουνίου μπήκε στην εγκαταλελειμμένη Τριπολιτσά και κατά τα τέλη Αυγούστου 1825 αποφασίζει να πραγματοποιήσει επιδρομές στη Λακωνία Σύμφωνα με εργασίες του Κων/νου Λ. Κοτσώνη για τις επιδρομές του Ιμπραήμ στη Λακωνία και Κυνουρία, η πρώτη επιδρομή στην περιοχή Τσιντζίνων συνέβη στο τέλος Αυγούστου 1825. Τα στρατεύματα του Ιμπραήμ κατέληξαν στη Μονεμβασία στις 8 Σεπτεμβρίου, ενώ ο Κολοκοτρώνης και άλλοι οπλαρχηγοί στατολογούσαν μεταξύ Κοσμά, Λεωνιδίου και Άστρους. Από εκεί ο Ιμπραήμ στρέφεται προς τη βάση του στην Τρίπολη, ενώ ο Κολοκοτρώνης και οι οπλαρχηγοί του περνούν από τα Τσίντζινα στις 15 Σεπτεμβρίου 1825 και παραμένουν στην περιοχή για αρκετές ημέρες. Το πέρασμα και η παραμονή του Κολοκοτρώνη από τα Τσίντζινα έχει αποτυπωθεί και σε επιστολή που έγραψε με παραλήπτη το Νικηταρά.

Κατά συγκλίνουσες ενδείξεις, το 1825 δεν έγιναν σημαντικές επιδρομές στην περιοχή των Τσιντζίνων, παρά μόνο μεμονωμένες για εφόδια ή πλιάτσικο. Σε μία από αυτές και ενώ το κύριο σώμα του Ιμπραήμ προχωρούσε από το Λακωνικό κάμπο στο Μιστρά στις 20 Σεπτεμβρίου 1825, μεμονομένη ομάδα Τούρκων που επιχείρησε να λοξοδρομήσει προς τον Πάρνωνα «δια να αιχμαλωτίσει τινας φαμίλιας και γιδοπρόβατα» αποκρούστηκε από τον οπλαρχηγό Στάικο και 40 ενόπλους υπ΄ αυτόν, με αποτέλεσμα να φονευθούν και «ολίγοι τινές» εκ των Τούρκων. Το συμβάν αυτό ο Κοτσώνης τοποθετεί ότι πρέπει να έλαβε χώρα μεταξύ Βασσαρά και Μονής Αγ. Τεσσαράκοντα.

Στο διάστημα που διαρκούσαν οι επιδρομές του Ιμπραήμ, στα Τσίντζινα και στα γύρω χωριά έγιναν αρκετά οχυρωματικά έργα και καταφύγια για την προστασία κυρίως των αμάχων. Για παράδειγμα, στα Βέρροια έγιναν τα καταφύγια των Αγιο-Λιά, Κοκκινόβραχου και Καλογερικού (Κουφός, op. cit. Σελ. 96-99). Στα Τσίντζινα το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων οχυρώθηκε στο σπηλαιώδη ναό του Αγ. Ιωάννου Προδρόμου, όπου κτίστηκε εξωτερικό τείχος το 1826, επιτροπεύοντος του Δ. Οικονόμου (Π. Δεδεδήμος, στο Λεύκωμα Τζεημσταουν 1949). Ωστόσο στο ίδιο άρθρο του, ο Π. Δεδεδήμος λέει ότι

«Κατά την εισβολήν του Ιμβραήμ, δύο αποσπάσματα, το εν διά Χρυσάφης-Σιντζάφι και Γόγγενας, το άλλο δια Βερροίων συναντήθηκαν εις τα Τσίντζινα και έφυγαν αυθημερόν δια του βορείου ρεύματος όπου έκαυσαν πέντε οικίας».

Δεν είναι σαφές για ποιά από τις επιδρομές αναφέρεται ο Δεδεδήμος ούτε και το έτος. Πιθανολογείται όμως ότι αναφέρεται μάλλον στις επιδρομές της άνοιξης 1826.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΕΤΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Με την απελευθέρωση, τα Τσίντζινα ανήκαν αρχικά και ως το 1843 στο Δήμο Πάρνωνος με έδρα τον Πραστό. Από διασωθείσα άδεια υλοτομίας του 1838, βλέπομε ότι ο τότε Δήμαρχος Πάρνωνα ήταν Τσιντζινιώτης, ο Νικόλαος Κουμουντζής. Ο Νικόλαος Κουμουντζής ήταν και μέλος της πρώτης δημογεροντίας των Τσιντζίνων, μαζί με τους Μανόλη Μπουρνακή (Βουρνάκη), Αναγνώστη & Μιχαήλ Γεράσιμο και Ιωάννη Οικονόμο. Άλλα μέλη της δημογεροντίας φαίνεται να ήταν οι Προκόπιος Ιερομόναχος, Παναγιώτης Ιερεύς και παπα-Γεώργιος. Η ύπαρξη τριών ιερέων την εποχή εκείνη, πιθανό να συνηγορεί στο ότι ιστορικά υπήρχαν περισσότερες από μια ενορίες στα Τσίντζινα.

Ως έτος κατά το οποίο οι Τσιντζινιώτες εγκαταλείπουν οριστικά το χωριό υπέρ της Γκοριτσάς και Ζούπενας που είχαν εν τω μεταξύ μεγαλώσει, θεωρείται συμβατικά το 1844. Την ακριβή χρονολογία δεν τη γνωρίζουμε αλλά πρέπει να ήταν περίπου τότε. Στα -άτυπα ως το 1912- ληξιαρχεία γάμων που τηρούσε η μητρόπολη Μονεμβασίας και Σπάρτης από το 1852, δε εμφανίζεται γάμος στα Τσίντζινα κατά τη χειμερινή περίοδο, ένδειξη ότι από εκείνη την εποχή ήδη το χωριό δεν κατοικείτο το χειμώνα. Η ενορία της Γκοριτσάς ιδρύθηκε επίσημα το 1851 ενώ το 1854 θεμελιώθηκε στη Γκοριτσά η κεντρική εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου.

Η κάθοδος, αρχικά προς τη Ζούπενα, αργότερα προς τη Γκοριτσά, πιθανόν να είχε ήδη ξεκινήσει από τα μέσα του 18ου αιώνα. Ωστόσο σε μεγαλύτερο αριθμό, οι Τσιντζινιώτες βοσκοί άρχισαν να κατεβαίνουν στα πεδινά από το τέλος της δεκαετίας 1770, οπότε οι Τούρκοι κατάφεραν να εκδιώξουν από την κοιλάδα του Ευρώτα τους Αλβανούς που αρχικά είχαν φέρει ως μισθοφόρους για την καταστολή της εξέγερσης των Ορλωφικών.

Με βάση τις πρώτες επίσημες απογραφές του Ελληνικού κράτους, Ο πληθυσμός των Τσιντζίνων το 1841 ήταν 1.344 κάτοικοι. Το 1861, 1.532 κάτοικοι χωρίς να αναφέρονται ξεχωριστά στοιχεία για τη Ζούπενα. Το 1879, στην απαρχή της μεγάλης μετανάστευσης προς Αίγυπτο και ΗΠΑ, τα Τσίντζινα μαζί με τη Γκοριτσά απογράφουν 1.357 κατοίκους και η Ζούπαινα άλλους 742.

Για τη μετανάστευση προς Αίγυπτο δεν γνωρίζουμε ακόμη πολλά. Ωστόσο σε παλαιότερο δημοσίευμα του Μηνά Αναστασάκη με τίτλο «Λάκωνες του Κόσμου – Ο Υπηρέτης από τα Τζίτζινα», μαθαίνουμε –μεταξύ άλλων- τα εξής για έναν από τους επιφανέστερους Τσιντζινιώτες μετανάστες στην Αίγυπτο:

«Κατά το έτος 1858 στο χωριό Τζίντζινα, μια χήρα και φτωχή γυναίκα αποχωριζόταν με σπαραγμό το δεκατριάχρονο παιδί της. Το έδινε ως υπηρέτη σε έναν πλανόδιο τυρέμπορο από τη Σύρα που περιήρχετο τα χωριά μας για την αγορά τυριών. Το παιδί αυτό ονομαζόταν Γιαννάκης Γρηγορίου»

Δύο χρόνια αργότερα, «ο Υπηρέτης από τα Τσίντζινα», σχεδόν χωρίς χρήματα και μόνο με την ευχή της μητέρας του, φεύγει για την Αίγυπτο. Είναι η απαρχή μιας λαμπρής επιχειρηματικής καρριέρας. Μετεπειτα, ο Ιωάννης Γρηγορίου και η σύζυγός του, Αικατερίνη, προέβησαν σε πλήθος δωρεών στη γενέτειρά τους αλλά και στη Σπάρτη. Ανάμεσα σε αυτές, το Ειρηνοδικείο Γκοριτσάς, το Δημοτικό Σχολείο Τσιντζίνων (1891), το Γενικό Νοσοκομείο Σπάρτης και η Επαγγελματική Σχολή Θηλέων Σπάρτης (στο χώρο που βρίσκεται σήμερα το 2ο & 3ο Γυμνάσιο).

Οι Τσιντζινιώτες αποδείχθηκαν αρκετά φιλαπόδημοι. Μετά το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα προς Αίγυπτο, ακολουθεί η μετανάστευση της Αμερικής.

Οι επισκέψεις, η επιστροφή αλλά και τα εμβάσματα όλων αυτών των μεταναστών στη γενέτειρα, δίνουν στα Τσίντζινα, τη Γκοριτσά και τη Ζούπενα άλλον αέρα και ιδιαίτερη ακμή. Με αποκορύφωμα τη δεκαετία 1930, τα Τσίντζινα γίνονται γρήγορα ίσως χωρίς υπερβολή, ένα από τα πλέον αξιοζήλευτα θέρετρα ορεινού παραθερισμού της Ελλάδας. Ας παρακολουθήσουμε πως περιγράφει την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής σε πρόσφατο άρθρο του στην εφημερίδα «ΤΑ ΤΣΙΝΤΖΙΝΑ» ο Παναγιώτης Ντόσκας (ΗΠΑ).

Όσο και να προσπαθήσω να περιγράψω τα Τσίντζινα εκείνης της εποχής στους νεότερους, δεν νομίζω να συλλάβουν εύκολα το πραγματικό τους μεγαλείο... δεν επρόκειτο για χωριό, αλλά για μια πόλη... Στο κέντρο του χωριού, σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο, λειτουργούσαν τέσσερα παντωπολεία. Εκεί μπορούσες να βρεις τα πάντα και όχι μόνο τρόφιμα. Στο ισόγειο του διπλανού από την εκκλησία σπιτιού… λειτουργούσε φούρνος. Ή μάλλον, κανονικό αρτοποιείο θα έπρεπε να πω. Κάθε μέρα μπορούσε ο καθένας να προμηθευτεί το ψωμί του (άσπρο, μαύρο ή πολυτελείας), παξιμάδια και διάφορα γλυκίσματα. Η αίθουσα του σημερινού «Καφέ-Μοτίβο» ήταν χωρισμένη στα δύο. Στο ένα μέρος στεγαζόταν το φαρμακείο του φαρμακοποιού Γεωργίου Ανδριτσάκη… Λειτουργούσαν διάσπαρτες στο χωριό περίπου 15-20 ταβέρνες… Στην ταβέρνα του μπαρμπα-Σαράντου Τσελέκη (πατέρα του «Πανούλη»), μπορούσες να απολαύσεις το κρασί σου με μπριζολάκια ή κοκκορέτσι στα κάρβουνα. Στην ταβέρνα του Θανάση Φαρμάκη (στο Γιαννουκέϊκο»), έβρισκες κάθε μέρα (εκτός από ψητές μπριζόλες και ψητό με πατάτες στο φούρνο) την περίφημη πατσά με αυγολέμονο. Στην πέρα γειτονιά (Αγία Κυριακή), στης «Μαρίνας» που διέθετε και μεγάλη εξέδρα… απολάμβανες ρεμβάζοντας το καλό κρασί με ψητό στη σχάρα, συνοδεία μουσικής γραμμοφώνου. Βούιζαν οι ρεματιές με όλα τα σύγχρονα τραγούδια εκείνης της εποχής… Ρεμπέτικα, καντάδες, τραγούδια χορού, αμανέδες, τσάμικα και δημοτικά.

Εκείνης της εποχής τα Τσίντζινα ήταν πολύ ζωντανά τις νύχτες. Ο Κώστας Χατζής, χρυσοχόος από τη Σπάρτη και ένας από τους πολλούς Σπαρτιάτες παραθεριστές στα Τσίντζινα, είπε κάποτε ότι τα Τσίντζινα είναι η Χονολουλού της Πελοποννήσου…Τα φρούτα εποχής άφθονα στα πεζούλια της εκκλησίας, εκεί που σήμερα είναι το ρολόι. Στα χασάπικα, κάθε μέρα κρέμονταν τα φρέσκα κρέατα (αρνιά, κατσίκα και γίδες).

Στο χωριό ήταν δύο ραφτάδικα. Το ένα… ήταν εμποροραφείο. Δύο ραφτάδες έφτιαχναν γιορτάνια, για όσες γυναίκες (προπάντων ηλικιωμένες) τα χρησιμοποιούσαν. Δύο σαμαρτζίδικα έφτιαχναν καινούρια σαμάρια και επιδιόρθωναν τα παλιά… οι ίδιοι πετάλωναν και τα ζώα. Υπήρχαν αρκετά υποδηματοποιεία για καινούρια παπούτσια και για επισκευές (φόλες & σόλες). Καφενεία τρία, εντός των οποίων λειτουργούσαν και κουρεία. Παλαιότερα, στη δεκαετία 1920-30, στις καμάρες του παλαιού σχολείου (σήμερα Ξενώνα), λειτουργούσε κυλικείο, με αρκετά τραπεζάκια γύρω-γύρω από το συντριβάνι που τότε υπήρχε εκεί. Το συντριβάνι αντικαταστάθηκε στη δεκαετία του 1930 από την πίστα χορού που έφτιαξε ο τότε Σύλλογος Τσιντζινιωτών… εκείνη την εποχή έκανε την εμφάνισή του ο ευρωπαϊκός χορός (φοξ, ταγκό, βάλς), τον οποίο προτιμούσε η νεολαία και η… «αριστοκρατία». Κάθε Κυριακή, ο Σύλλογος οργάνωνε χοροεσπερίδες με εισητήριο πέντε και δέκα δραχμών και μπουφέ με ορκεκτικά μεζεδάκια, ούζο και κρασί. Εκεί γίνονταν και τα μεγάλα πανηγύρια Αη-Λιός και Παναγίας με τις τοπικές ορχήστρες (κλαρίνο, λαούτο, βιολί και σαντούρι) και γλέντι τρικούβερτο.

Όπως δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην εφημερίδα ΤΑ ΤΣΙΝΤΖΙΝΑ, στο λυκόφως εκείνης της εποχής και λίγο πριν τον πόλεμο (1939) κυκλοφόρησε στη Λακωνία ένας μικρός τουριστικός οδηγός του Νομού με τίτλο «Σπάρτη-Μιστράς-Λακωνία», σε δερματόδετη έκδοση. Συγγραφέας της, ο αείμνηστος Κώστας Ψυχογιός. Παρακάτω, διαβάζουμε μερικά ενδιαφέροντα αποσπάσματα που αφορούν το χωριό:

«Τσίντζινα:: Δρόμος Βασσαρά με αυτοκίνητο 26 χιλιόμετρα. Από Βασαρά με μουλάρι μέσω Βέργια 15 χιλιόμετρα. Υψόμετρο 1080 μέτρα, ξενοδοχείο σύγχρονο (σ.σ.: το «ΕΛΒΕΤΙΑ» του Κωστή Ανδριτσάκη), οικήματα ιδιωτικά άνετα. Τιμή κερββατιού ξενοδοχείου 30 δρχ. Μέσος όρος ενοικίου σπιτιών 500 δρχ. Τοποθεσία μέσα σε μια στενή και βαθιά κοιλάδα παντού κλεισμένη με ψηλά βράχια κατάφυτα από έλατα και πεύκα. Το χωργιό κλεισμένο από δένδρα. Άφθονα κεφαλάργια ποτίζουν τεράστιους λαχανόκηπους. Θέαμα καταπληκτικό σε μεγαλοπρέπεια. Κέντρα γραφικά και άνετα, δρόμοι περιπάτου ομαλοί και καθαροί. Αγορά επαρκής. Γιατροί, τηλέφωνο, ταχυδρομείο καθημερινά από Σπάρτη, εκτός Κυριακής. Γραφικές και απαράμιλλες εκτάσεις για εκδρομές στα γύρω πυκνά δάση. Κάθε χρόνο συγκεντρώνονται 1.000 παραθεριστές».

Από μιά πρόχειρη σύγκριση των όσων αναφέρονται στον οδηγό για τα χωριά του βόρειου Ταύγετου και του Πάρνωνα, τα Τσίντζινα και η Αράχωβα ήταν οι πλέον ακριβοί και προτιμητέοι τόποι παραθερισμού.

Τη δεκαετία 1930 διαδέχτηκε ο πόλεμος, η καταστροφή της Ζούπενας και το νέο μεταναστευτικό κύμα προς ΗΠΑ, Καναδά και Αυστραλία. Τα Τσίντζινα παρακμάζουν καθώς η ετήσια ροή πλούσιων μεταναστών μειώνεται ενώ τον πόλεμο διαδέχτηκε η σχετική ένδεια των εντοπίων. Η σημασία της Γκοριτσάς και Ζούπενας ως παραγωγικής βάσης, αυξάνεται εις βάρος των Τσιντζίνων. Ο ντόπιος πληθυσμός μειώνεται ραγδαία αφού από τα τέλη της δεκαετίας 1950 συρρέει στη Σπάρτη, Αθήνα και στις άλλες πόλεις όπου βρίσκει δουλειά. Ο μειωμένος και φτωχότερος πληθυσμός δεν μπορεί να στηρίξει τα τόσα αλλοτινά μαγαζιά και μεγαλεία. Ταυτόχρονα, το φθηνό ψωμί και τα τρόφιμα του εμπορίου κάνουν την εμφάνισή τους καθημερινά αφού από το 1953 τα Τσίντζινα συνδέονται με δρόμο πλέον με τη Σπάρτη μέσω Βασσαρά και υπάρχει καθημερινή συγκοινωνία.

Εως και τα τέλη της δεκαετίας 1960 ωστόσο, τα Τσίντζινα κατάφεραν να διατηρήσουν αρκετή από την παλιά τους αίγλη, πέρα από την απαράμιλλη φυσική τους ομορφιά. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά περιηγητής που τα επισκέφθηκε τότε, στην Αθηναϊκή επιθεώρηση «ΗΩΣ» το 1963,

«Τα Τσίντζινα σε άλλα καλά χρόνια υπήρξαν το αγαπητό και πολυσύχναστο θέρετρο των ξενητεμένων στην Αμερική, στην Αίγυπτο και αλλού παιδιών τους, που έφεραν εδώ μαζί με τη νοσταλγία και τα πλούτη τους. Στον περίπατο του ‘Πλάτανου’ και στο ‘Ψητό’ ήταν σα νάβλεπες το λουτράκι και τις Σπέτσες. Οι εσωτερικές αναταραχές και τα κατοχικά χρόνια έχουν αισθητά ανακόψει το ρεύμα. Μα ωστόσο το χωριό διατηρεί και σήμερα κάποιες αναλαμπές από το ευτυχισμένο εκείνο παρελθόν του κάθε φορά που τα βράδια, συγκεντρωμένα τα νιάτα, Τσιντζινιωτοπούλες και παλικάρια του χωριού, γύρω σε αναμμένες φωτιές, τραγουδάνε και χορεύουνε.»

Όσο για την απαράμιλλη φυσική τους ομορφιά, ο ίδιος αρθρογράφος που υπογράφει με το –μάλλον ψευδώνυμο- Μ. Καλλοναίος, μας αναφέρει το εξής περιστατικό:

Κάποτε ο Χατζόπουλος, ο αξέχαστος «πεζοπόρος» βρέθηκε με Νορβηγούς στην Αράχωβα. Οι ξένοι τουρίστες άρχισαν να εξυμνούν επίμονα την ομορφιά της. Ο Χατζόπουλος το πήρε για ειρωνεία. Και ξέροντας τα περίφημα φιορδ τους, τους έφερε τότε στα Τσίντζινα που τα θεωρούσε το ωραιότερο Ελληνικό χωριό. Οι ξένοι μόλις βρέθηκαν εδώ έμειναν καταγοητευμένοι και εξέφραζαν με μεγάλη συγκίνηση τις ευχαριστίες τους. Και ο Χατζόπουλος τους απαντά:

-Δεν σας έφερα εδώ για να με ευχαριστήσετε, αλλά για να σας… εκδικηθώ!»

Αγναντεύοντας σήμερα από το προαύλιο του Αγιο-Νικόλα, κάτω από την πισίνα στην είσοδο του χωριού προς τα παλιά σταροχώραφα της Γόγγενας και τους αμπελώνες δίπλα και κάτω από το ναό, χωράφια που ακόμη αντιστέκονται στο περικύκλωμα του δάσους, κλείνοντας τα μάτια για λίγο, το αεράκι θαρρείς και φέρνει ακόμη τους ήχους και τα τραγούδια του θερισμού και του τρύγου που αντιλαλούσαν για 11 αιώνες σ΄ εκείνες τις ράχες. Ο μακρινός παφλασμός του ρέματος στο σμίξιμο της κοιλάδας φέρνει νοερά το «σκάσιμο» του νερού στις φτερωτές των μύλων ή στις νεροτρουβιές των βυρσοδεψών. Κάπου μακριά νομίζεις ότι ακούγεται το κοπάνισμα από το πλύσιμο των Τσιντζινιώτικων υφαντών στο ρέμα και τα κουδούνια από τις αμέτρητες στάνες στις γύρω ράχες… Ύστερα περνά ένα Ι.Χ. στον ασφαλτοστρωμένο δρόμο και ο επίμονος βόμβος του σε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Τότε ανακαλύπτεις ότι το μακρινό βουητό που ερχόταν από το δάσος ήταν το αεροπλάνο της πυροπροστασίας που έκανε κύκλους πάνω από τη Γόγγενα, ενώ ο άνεμος έχει γυρίσει και το κοπάνημα των υφαντών δεν ήταν παρά η ταλάντωση των συρμάτων της ΔΕΗ στους πυλώνες τους, που περνούν σχεδόν πάνω από το σημείο που διάλεξες να σταθείς και να αγναντέψεις προς εκείνο το μακρινό και όμορφο παρελθόν πριν το τέλος μιας κοινωνίας…